Γράφτηκε: Ιούνης 1939
Πηγή: Tα Λαϊκά Μέτωπα Εκδόσεις Σύνδεσμος “Παντελής Πουλιόπουλος”, Aθήνα, 1997
Online Έκδοση: Ελληνικό Αρχείο Παντελή Πουλιόπουλου,Σεπτέμβρης 2003
HTML Markup: Αντώνης Μεγρέμης για το Αρχείο των Μαρξιστών στο Internet, 2003
Το σύστημα των Βερσαλλιών, που έκλεισε τον παγκόσμιο πόλεμο του 1914-18, έχει τώρα καταρρεύσει τελειωτικά. Οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί για το ξαναμοίρασμα των αγορών του κόσμου, των αποικιακών σκλάβων και του πλούτου της υδρογείου θέτουνε σήμερα και πάλι τον πόλεμο στην ημερήσια διάταξη της παγκόσμιας πολιτικής, και στην Άπω Ανατολή από δυο χρόνια τώρα ο ληστρικός πόλεμος της Ιαπωνίας για την κατάχτηση της απέραντης Κίνας συνεχίζεται με 3.000.000 ως τώρα σκοτωμένους και αναπήρους. Διπλωματία και επιτελείο, επιστήμη και τεχνική, το μεγαλύτερο μέρος της εργατικής δύναμης των λαών έχουνε κινητοποιηθεί από τις καπιταλιστικές κυβερνήσεις για την προετοιμασία του νέου πολέμου. Η αγριότητά του και οι καταστροφές που θα φέρει στις καταχτήσεις του ανθρώπινου πολιτισμού προκαλούν ίλιγγο και σ’ αυτούς ακόμα τους ηγέτες των καπιταλιστικών Δυνάμεων, που τον ετοιμάζουνε με πυρετώδη ταχύτητα. Η σημερινή εξέλιξη των γεγονότων στην Ευρώπη, στην Ανατολή και στον κόσμον όλο είναι μια τραγική επαλήθευση της κομμουνιστικής θέσης, της διατυπωμένης από την Κομμουνιστική Διεθνή στα χρόνια του Λένιν: ότι αν η προλεταριακή επανάσταση δεν κατέλυε την εξουσία των καπιταλιστών και στις άλλες χώρες όπως στη Ρωσία, νέα παγκόσμια ανθρωποσφαγή θα γινότανε αναπότρεπτη.
Τη μοναδική ελπίδα της ανθρωπότητας ν’ αποτρέψει μια νέα καταστροφή, με τη νίκη του προλεταριάτου και τη σοσιαλιστική οργάνωση της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας οικονομίας, την υπονόμευσε επικίνδυνα όχι μόνο η 2η Διεθνής, συνεχίζοντας και τώρα το προδοτικό έργο της του 1914-18, αλλά και η 3η Διεθνής. Κι αυτή επίσης εκφυλίστηκε καταντώντας βαθμιαία, ύστερ' από το 1924, υπηρετικό πραχτορείο της συντηρητικής και εθνικιστικής γραφειοκρατίας που σφετερίστηκε την εξουσία στο εργατικό κράτος της Οχτωβριανής Επανάστασης και που στ’ όνομά της προδίνει το διεθνιστικό-επαναστατικό πρόγραμμά της ενώ με μέθοδες εγκληματικές δυναστεύει το ένδοξο προλεταριάτο της χώρας.
Τα εθνικά τμήματα και των δυο αυτών «Διεθνών» έχουνε ποδοπατήσει επαίσχυντα κάθε παράδοση του προλεταριακού διεθνισμού. Είναι σήμερα απροκάλυπτοι πράχτορες της εθνικής τους μπουρζουαζίας, ιδεολογικοί προετοιμαστές του νέου ιμπεριαλιστικού πολέμου, διαφθορείς της ταξικής συνείδησης των εργατικών μαζών.
Σε μια σειρά χώρες τα Σοσιαλιστικά και σταλινισμένα Κομμουνιστικά κόμματα διαλύθηκαν με την ωμή βία της καπιταλιστικής αντίδρασης, έτσι πληρώνοντας - και επιβάλλοντας απαραδειγμάτιστες ήττες στην εργατική τάξη - την άμαχη καιροσκοπία τους απέναντι στη φασιστική, εθνικοσοσιαλιστική ή στρατιωτική Διχτατορία που ανέβαιναν σαν εκπρόσωποι γενικά του πολεμικού τυχοδιωχτισμού των νικημένων και «αχόρταστων» ιμπεριαλιστών του μεγάλου πολέμου.
Στις κοινοβουλευτικές χώρες της Δύσης τα κόμματα αυτά κηρύττουν από τώρα την «ιερή ένωση» με τη μπουρζουαζία, τον «αντιφασιστικό» πόλεμο υπέρ της αστικής «δημοκρατίας» και καλούνε τους εργάτες να υπερασπίσουνε με το αίμα τους την «αυτοκρατορία μας», δηλαδή τον ιμπεριαλιστικά ζυγό της εθνικής τους κεφαλαιοκρατίας επάνω σε εκατομμύρια αποικιακών λαών (Γαλλία, Αγγλία).
Στην Ελλάδα το σταλινικό κόμμα υπερθεματίζει στα σωβινιστικά συνθήματα της Διχτατορίας Γκλύγκσμπουργ-Μεταξά, έγινε ο φανατικότερος προπαγανδιστής του ως τα άκρα πολέμου υπέρ της αστικής πατρίδας. Η τεράστια πλειονοψηφία των ανώτερων ηγετών του (μ’ επικεφαλής τους κοινοβουλευτικούς και λαϊκούς ηγέτες του—Σκλάβαινας, Μανωλέας κλπ.), των στελεχών του και των μελών του προσχωρήσανε με δημόσιες δηλώσεις στην κυβέρνηση Μεταξά με τη δικαιολογία ακριβώς των «εθνικών συμφερόντων» καί της «εθνικής ενότητας».
Ο πόλεμος που έρχεται είναι πόλεμος ιμπεριαλιστικός, κι αυτός επίσης, ένας θανάσιμος σπασμός του ανταγωνιστικού συστήματος του παγκόσμιου καπιταλισμού, συστήματος που έχει παρακμάσει και περνάει μια γενική κρίση, θα είναι κι αυτός μια έκφραση της βασικής αντίφασης ανάμεσα στις γιγαντιαίες σύγχρονες παραγωγικές δυνάμεις και στο αναρχικό περίβλημα της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας. Ειδικότερα η σημερινή σύγκρουση φέρνει στα χέρια την ομάδα των καπιταλιστικών χωρών που νικήθηκαν ή έμειναν αχόρταστες στον πόλεμο του 1914-18 (Γερμανία, Ιταλία, Ιαπωνία) με το συνασπισμό των χορτάτων νικητών. Οι πρώτοι ζητούνε νέο «ζωτικό χώρο», νέες δηλαδή ληστρικές καταχτήσεις, οι δεύτεροι «αμύνονται κατά των επιτιθεμένων», δηλαδή προφυλάσσουνε με το όπλο την παλιά τους λεία και ζητούνε να τη μεγαλώσουνε με το νέον πόλεμο.
Η βαθιά οικονομική και κοινωνική κρίση στις δυο μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες του αχόρταστου ιμπεριαλισμού, σε συνδυασμό με την καιροσκοπική πολιτική των εργατικών κομμάτων, έφερε εκεί στην εξουσία τη φασιστική αντεπανάσταση, αντί να φέρει την κοινωνική επανάσταση. Η «ολοκληρωτική» πολιτική στις χώρες αυτές είναι μια αντιδραστική δέσμευση της οικονομίας στο μάγγανο μιας χιμαιρικής «αυτάρκειας» που, ενώ ασφαλίζει τα κέρδη των μεγιστάνων του κεφαλαίου, ξεθεώνει με την υπερεργασία και με τον υποσιτισμό τις μάζες και τις υποβάλλει σε αφόρητο πολιτικό ζυγό για το σκοπό της πολεμικής προετοιμασίας. Για τον ίδιο σκοπό και στις μεγάλες Δημοκρατίες η κεφαλαιοκρατία αφαιρεί βαθμιαία τις κοινωνικές καταχτήσεις του προλεταριάτου, αυξάνει τις ώρες εργασίας και στερεί τις μάζες από τις πολιτικές τους ελευθερίες με σκεπασμένες κοινοβουλευτικές μέθοδες (Νταλαντιέ στη Γαλλία κλπ.). Τόσο στις «ολοκληρωτικές» όσο και στις «δημοκρατικές» χώρες το προλεταριάτο και όλοι οι εργαζόμενοι δε μπορούνε να έχουνε καμιά απολύτως κοινότητα συμφερόντων με την ιμπεριαλιστική κεφαλαιοκρατία, που για να διατηρήσει ή ν’ αυξήσει τις ληστρικές καταχτήσεις της ετοιμάζεται κι από τα δυο μέρη να εξαπολύσει την πολεμική μάστιγα.
Τα συνθήματα των «φτωχών», «αντιπλουτοκρατικών» (!) χωρών που τάχα για να ζήσουνε τους πληθυσμούς των (!) ζητάνε να καταχτήσουνε νέα εδάφη, καθώς και τα συνθήματα της «αντιφασιστικής άμυνας των δημοκρατιών», είναι απλώς δημαγωγικά προκαλύμματα των δύο αντίπαλων ληστρικών συμμοριών. Προετοιμάζουν ιδεολογικά για τον πόλεμο τις μάζες των αντίστοιχων χωρών που άσβηστο διατηρούνε μέσα τους το μίσος κατά του ιμπεριαλιστικού πολέμου. Παίζουνε τον ίδιο ρόλο που στα 1914 έπαιζαν η άμυνα κατά του «πρωσσικού μιλιταρισμού», τα «δίκαια των εθνοτήτων» κ.τ.τ.
Από την οικονομική ασφυξία, την εξαθλίωση και τη μαύρη σκλαβιά, όπου οδήγησαν τους λαούς οι «ολοκληρωτικές» διχτατορίες, θα τους σώσει όχι ο «ολοκληρωτικός πόλεμος» που αυτές ετοιμάζουνε σαν εντολοδόχοι των τραστ, παρά η σοσιαλιστική επανάσταση κ' οι Ενωμένες Σοσιαλιστικές Πολιτείες της Ευρώπης και του κόσμου που θα οργανώσουνε συστηματικά την οικονομική και πνευματική συνεργασία των λαών.
Από την άλλη μεριά ο πόλεμος που ετοιμάζουν οι «δημοκρατικές» Δυνάμεις δεν είναι «αντιφασιστικός», αλλά ιμπεριαλιστικός για τη συντήρηση της ηγεμονίας τους και για νέα λεία.
7. Η απάτη του «αντιφασισμού»
Η λυσσασμένη σωβινιστική προπαγάνδα, που με τη σημαία του «αντιφασισμού» κάνουνε τα κόμματα της 2ης και 3ης Διεθνούς στις δημοκρατικές χώρες και πού την κανοναρχάει η μοσχοβίτικη γραφειοκρατία, είναι το καλλίτερο μέσο για την επιτυχία της εθνικιστικής δημαγωγίας του Χίτλερ και του Μουσολίνι στους Γερμανούς και Ιταλούς προλετάριους. Αντίθετα μια αναβίωση του ταξικού διεθνισμού και μια επαναστατική κινητοποίηση των εργατών εναντίον των καπιταλιστών κυριάρχων στις δημοκρατικές χώρες θα είχε τεράστια απήχηση στους εργάτες των «ολοκληρωτικών» χωρών και θα είταν αληθινός δυναμίτης στα θεμέλια του εθνικοσοσιαλισμού και του φασισμού.
Οι συμφωνίες Λαβάλ - Μουσολίνι που άφησαν ελεύθερα τα χέρια του φασισμού για να υποδουλώσει την Αιθιοπία, η «συμφωνία κυρίων» Αγγλίας - Ιταλίας, ο σατανικός καταμερισμός εργασίας μεταξύ δημοκρατιών και φασισμού με το μπλοκάρισμα των αγωνιζόμενων Ισπανών εργατών («πολιτική μη επέμβασης» Μπλούμ-Στάλιν-Ήντεν) για την αποτροπή της κοινωνικής επανάστασης στην ιβηρική χερσόνησο, που ‘δωσε τη νίκη στο Φράνκο με τα όπλα του Μουσολίνι και του Χίτλερ, η απορρόφηση της Αυστρίας, Τσεχοσλοβακίας, Μέμελ, Αλβανίας από τις ολοκληρωτικές χώρες δίχως αντίσταση από τις Δημοκρατίες από το φόβο μπρος στις κοινωνικές συνέπειες μιας κατάρρευσης των ολοκληρωτικών κυβερνήσεων στην Ευρώπη, η πολιτική του Μόναχου, τα μισο-διχτατορικά μέτρα στη Γαλλία κατά της εργατικής τάξης-φτάνουνε και μόνα τους τα γεγονότα αυτά για να δείξουνε την πραγματική αξία του «αντιφασισμού» των καπιταλιστικών Δημοκρατιών, ακόμα κι όταν αυτές είχανε κυβερνήσεις αστικού συνασπισμού με τα δυο σοσιαλπροδοτικά κόμματα (πολιτική «Λαϊκού Μετώπου»).
Από την άλλη μεριά και μέσα στον «Άξονα» οι αντιθέσεις ιμπεριαλιστικών βλέψεων Ιταλίας - Γερμανίας δεν εξαφανίζονται (αντίθετες ηγεμονευτικές τους βλέψεις στη Μεσευρώπη, στο Δούναβη, στη Βαλκανική και Εγγύς Ανατολή). Οι πολεμικοί συνασπισμοί οι σημερινοί, όπως καί στο 1914, είναι όχι ιδεολογικών αρχών, άλλα περιστατικές συμφωνίες ανάμεαα σε ιμπεριαλιστές ληστές με όλους τους εσωτερικούς ανταγωνισμούς που βγαίνουν απ’ αυτή τη φύση του καπιταλιστικού συστήματος. Δεν υπάρχει σήμερα μεγαλύτερη απάτη από κείνη που διαπράττουν ο σταλινισμός και η σοσιαλδημοκρατία με την προπαγάνδα του δήθεν «αντιφασιστικού» πολέμου. Ο πόλεμος δεν είναι μεταξύ δημοκρατιών και φασιστών, αλλά μεταξύ αντίπαλων ιμπεριαλιστών ληστών κάτω από διαφορετική δημαγωγική σκηνοθεσία. Το φασισμό μπορεί να τον γκρεμίσει σαν κυβερνά, να τον αποτρέψει όπου απειλείται η επικράτηση του και μαζί μ’ αυτόν να απαλλάξει την Ευρώπη και τον κόσμο από τη μάστιγα του ιμπεριαλιστικού πολέμου μόνον η προλεταριακή επανάσταση σε δημοκρατικές και σε φασιστικές χώρες. Όχι φασισμός ή δημοκρατία, αλλά καπιταλισμός ή σοσιαλισμός είναι το πρόβλημα που βάζει σήμερα η Ιστορία μπροστά στην επαναστατική τάξη.
Όλη η πολιτική της σταλινικής γραφειοκρατίας πριν και μετά την άνοδο του εθνικοσοσιαλισμού στην εξουσία οδήγησε στη διάλυση πολλά κόμματα της Κομμουνιστικής Διεθνούς και μαζί με τη 2η Διεθνή συνετέλεσε σε νέα σειρά ήττων του εργατικού κινήματος στην Αυστρία, Ισπανία, Τσεχοσλοβακία, Ελλάδα. Στερημένη η εξωτερική πολιτική της ΕΣΣΔ από το μοναδικό σίγουρο σύμμαχό της, από ένα ισχυρό διεθνικό κίνημα του προλεταριάτου, όντας στα χέρια του προνομιούχου στρώματος μιας συντηρητικής γραφειοκρατίας με στενό εθνικό ορίζοντα, προσπάθησε να σωθεί από τη διεθνή απομόνωση με την ιλιγγιώδη στροφή του 1933: είσοδο στην Κοινωνία των Εθνών, υπεράσπιση του στάτους κβό της ληστρικής συνθήκης των Βερσαλλιών, προσανατολισμός σε ένα συνασπισμό με τους δημοκρατικούς ιμπεριαλιστές της Δύσης (Γαλλοσοβιετικό Σύμφωνο, «μή επέμβασης» στην Ισπανία). Από τότε τα σταλινικά κόμματα των δημοκρατικών χωρών, εκμαυλισμένα από τους γραφειοκράτες της Μόσχας στον πιο χυδαίο πατσιφισμό, στον εθνικισμό και στην αταξική πολιτική, έγιναν πραχτορεία της εθνικής τους μπουρζουαζίας και του ντόπιου μιλιταρισμού.
Το Μόναχο (προσπάθεια των «συμμάχων και φίλων της ΕΣΣΔ» Δημοκρατιών να στρέψουν τις έπεχτατικες βλέψεις του γερμανικού ιμπεριαλισμού στην Ουκρανία) και η επαίσχυντη κατάρρευση του Λαϊκού Μετώπου στη Γαλλία, Ισπανία, Τσεχοσλοβακία (στην πρώτη με την κοινοβουλευτική αντεργατική διχτατορία του «σύμμαχου» Νταλλαντιέ, του «δυνατού» ανθρώπου του Επιτελείου και του Χρηματιστηρίου, στη δεύτερη με τη νίκη του Φράνκο, στην τρίτη με την άμαχη μέσα σε μια μέρα υποδούλωση της Τσεχοσλοβακίας κάτω από τη φτέρνα του χιτλερισμού) ήρθανε να κάνουν ανάγλυφη τη χρεοκοπία της εξωτερικής πολιτικής του Στάλιν και, συνέπεια της φοβερή, την ακόμη μεγαλύτερη διεθνή απομόνωση του εργατικού κράτους. Ο κλονισμός του γοήτρου της ΕΣΣΔ μέσα στις εργατικές μάζες του κόσμου έγινε τώρα ακόμα μεγαλύτερος από όσος είτανε μετά τις δικαστικές σκηνοθεσίες, τις δολοφονίες και «εκκαθαρίσεις» των ετών 1935-37.
Με την καθαίρεση του Λιτβίνωφ, ήρωα και αποδιοπομπαίου τράγου της διπλωματικής στροφής του ίδιου του Στάλιν στα 1933, ο τελευταίος αυτός προσπαθεί παραπαίοντας να βγει από το αληθινό διπλωματικό αδιέξοδο όπου οδήγησε την ΕΣΣΔ. Με το λόγο του το Μάρτη του 1939 φαίνεται να θέλει να παρουσιάσει την αναγκαστική διπλωματική απομόνωσή του σαν τη σοφότερη πολιτική πού, τάχα ο ίδιος τώρα διαλέγει, πάνω και ανάμεσα από τους δυο καπιταλιστικούς συνασπισμούς. Ταυτόχρονα (λόγος του Μολότωφ το Μάη του 1939) ζητεί ν' αποκαταστήσει ομαλότερες σχέσεις με τις δυνάμεις του Άξονα (πού κι αυτές χαραχτηριστικά χαμηλώσανε τον τόνο της αντιρωσικής τους πολεμικής), ενώ είναι νωπό ακόμα το αίμα των σοβιετικών στρατηγών και του Τουχατσέφσκι που φαίνεται είχανε διατυπώσει επιφυλάξεις για την πρωτύτερη σταλινική πολιτική του στάτους κβό, ευνοϊκές ίσως για ένα ξαναγύρισμα στην πολιτική του Ραπάλλο.
Την εξωτερική πολιτική του Κρεμλίνου την καθορίζει σήμερα αποκλειστικά η φροντίδα της αποσυντιθέμενης απολυταρχικής γραφειοκρατίας για την πολιτική της αυτοσυντήρηση. Γι αυτό σήμερα, σε απόγνωση, χαϊδεύει την αντιδραστική ουτοπία μιας ειρηνικής εθνικής αυτοαπομόνωσης ανάμεσα σε καπιταλιστικές Δυνάμεις που είναι έτοιμες για το ένοπλο ξαναμοίρασμα του κόσμου και βλέπουν από τη μια μεριά με βουλιμία τον πλούτο της σοβιετικής χώρας και από την άλλη με ταξική ανησυχία το ενδεχόμενο μιας αναβίωσης και επικράτησης του επαναστατικού διεθνιστικού κινήματος στο σοβιετικό προλεταριάτο που ως τα σήμερα πιέζεται από τη σοβιετική γραφειοκρατία. Γι' αυτούς τους λόγους τα τυχοδιωχτικά ζιγκ-ζαγκ στην εξωτερική πολιτική της σταλινικής γραφειοκρατίας, που’χει χάσει τα νερά της, προκαλούνε τη δυσαρέσκεια όχι μόνο των εργατών της ΕΣΣΔ αλλά και της δεξιάς πτέρυγας (εθνικιστικά - φασιστόφιλα στοιχεία) του γραφειοκρατικού μηχανισμού (τάση «Μπουτιένκο») που έπιδιώκουνε τώρα σταθερά μια παλινόρθωση του καπιταλισμού με εθνικοσοσιαλιστική μορφή. Αν σ' αυτό το διπλωματικό κράχ προσθέσουμε τον αποκεφαλισμό του Ερυθρού Στρατού με τις νέες ομαδικές εκτελέσεις και τις αθρόες εκκαθαρίσεις των καλλίτερων αρχηγών του που συνεχίζονται (Μπλύχερ, Γιεγκόρωφ κλπ.) και τις κακές συνέπειες της γραφειοκρατικής εφαρμογής των σχεδίων στις πολεμικές βιομηχανίες (ζήτημα ποιότητας, κόστους), συμπληρώνεται η εικόνα των ολέθριων συνεπειών που έχει η πολιτική του σταλινισμού γι' αυτή την ύπαρξη της ΕΣΣΔ σαν εργατικού κράτους μπροστά στον πόλεμο που έρχεται.
Περισσότερο παρά για καθετί άλλο είναι για τη σωτηρία του απειλούμενου από τον πόλεμο εργατικού κράτους αναγκαία μια πολιτική επανάσταση στην ΕΣΣΔ για την αναγέννηση της σοβιετικής δημοκρατίας και την ανασύνδεση της εξωτερικής πολιτικής της με τον προλεταριακό διεθνισμό, με τις ανεξάντλητες πηγές του μοναδικού σίγουρου συμμάχου της στον κόσμο: του προλεταριακού επαναστατικού κινήματος στίς άλλες χώρες. Η υπεράσπιση της ΕΣΣΔ είναι καθήκον του παγκόσμιου προλεταριάτου εφόσον, μόλο τον εκφυλισμό του έργατικου κράτους, ο ταξικός χαραχτήρας του είναι εργατικός, όχι αστικός, και οι βασικές σχέσεις ιδιοχτησίας που θεμελιωθήκανε τον Οχτώβρη του 1917 δεν καταργήθηκαν ως τώρα παρ' όλους τους κλονισμούς των. Η δυνατότητα να αναγεννηθεί η προλεταριακή διχτατορία στην ΕΣΣΔ, με τη βοήθεια επιτυχών επαναστατικών αγώνων και στις άλλες χώρες, δε μας έχει αφαιρεθεί από την Ιστορία. Η καλλίτερη όμως υπεράσπιση του εργατικού κράτους μέσα στο νέο πόλεμο είναι η οργάνωση της κοινωνικής επανάστασης στην ίδια μας τη χώρα. Ανεξάρτητα από τους διπλωματικούς συνδυασμούς όπου θα καταλήξει η σταλινική γραφειοκρατία, οι προλετάριοι είτε στις σύμμαχες είτε στις πολέμιες με την ΕΣΣΔ χώρες καθήκον έχουν ένα : να επωφεληθούνε τα περιστατικά του πολέμου για να τον μετατρέψουνε σε κοινωνικό, να ανατρέψουνε την εξουσία των καπιταλιστών και στο πλευρό του Ερυθρού Στρατού να βοηθήσουνε το ρωσικό προλεταριάτο να τινάξει το ζυγό της απολυταρχικής γραφειοκρατίας. Νικηφόροι επαναστατικοί αγώνες του προλεταριάτου σε άλλες χώρες δίχως άλλο θα δυναμώσουνε την πάλη του σοβιετικού προλεταριάτου για το γκρέμισμα της γραφειοκρατικής απολυταρχίας. Αντίθετα, η εγκατάλειψη της αδιάλλαχτης ταξικής πάλης και η ιερή συμμαχία με τις «φιλοαοβιετικές» εθνικές μπουρζουαζίες είναι προδοσία του σοσιαλισμού, μεταβολή του προλεταριάτου σε υπηρέτη της ντόπιας μπουρζουαζίας και προδοσία του ίδιου του εργατικού κράτους, το οποίο έτσι, στην κρίσιμη στιγμή των τελικών λογαριασμών με τους δολερούς καπιταλιστές «συμμάχους», θά ‘χει στερηθεί το καλλίτερο τοy καi μοναδικό σίγουρο στήριγμά του μέσα στη χώβρ, το προλεταριάτο της.
Τα σταλινικά, σοσιαλιστικά και κεντριστικά κόμματα, που στ’ όνομα της άμυνας της ΕΣΣΔ μπολιάζουνε μ’ εθνικισμό τους εργάτες και τους καλούνε να υπερασπίσουνε την «πατρίδα» και την «αυτοκρατορία» της εθνικής τους μπουρζουαζίας, συμμάχου της ΕΣΣΔ, προδίνουνε την υπόθεση της εργατικής τάξης, προδίνουνε τις ιδέες της Οχτωβριανής Επανάστασης και το εργατικό κράτος που δημιούργησε η επανάσταση αυτή.
Μπροστά στη νέα Διεθνή, μόλις ιδρύθηκε, μπήκε σαν πρώτο καθήκον να ανασυντάξει τις δυνάμεις του διεθνικού προλεταριάτου που τις άποσυνθέσανε ιδεολογικά και οργανωτικά στις περισσότερες χώρες οι δυο προδοτικές γραφειοκρατίες, σοσιαλιστική και σταλινική, να τις διαφωτίσει διεθνιστικά, να τους ξαναεμπνεύσει ταξική αυτοπεποίθηση. Οργανώνοντάς τις θα τις κινητοποιήσει στην πάλη εναντίον του ιμπεριαλιστικού πολέμου και, αν αυτός ξεσπάσει, για τη μετατροπή του σε κοινωνική επανάσταση πού θ’ ανατρέψει την καπιταλιστική εξουσία και θα εγκαθιδρύσει τη διχτατορία του προλεταριάτου.
Παρ’ όλη την ασύγκριτα πιο ισχυρή συγκέντρωση των πόρων και των καταπιεστικών δυνάμεων του καπιταλισμού, παρ’ όλη την εθνικιστική διαφθορά που ασκούνε σε πλατιά στρώματα των εργαζομένων οι πράχτορές του στις διάφορες χώρες και παρ' όλη την ολιγαριθμία των οπαδών της 4ης Διεθνούς σήμερα, οι προοπτικές τον αγώνα μας είναι πολύ ευνοϊκές. Ο κλονισμός του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος είναι σχετικά με το 1917 πολύ βαθύτερος και οι εσωτερικές του αντιφάσεις ασύγκριτα πιο έντονες και πολυαριθμότερες. Η γενεά του 1914 ζει ακόμα με ζωντανή τη φρίκη του στη μνήμη της και με την πείρα των επαναστατικών επιτυχιών και αποτυχιών της πρώτης επαναστατικής φάσης, της Οχτωβριανής. Οι συνθήκες για αποικιακές εξεγέρσεις αντι-ιμπεριαλιστικές είναι σήμερα πολύ ωριμότερες σε πολλά μέρη του κόσμου. Θα ‘ναι γοργότερες και ασύγκριτα πιο φοβερές οι συνέπειες του νέου πολέμου που θα αγκαλιάσει εξαρχής και τα γυναικόπαιδα στα μετόπισθεν. Όλοι αυτοί οί λόγοι επιτρέπουνε να προβλέψαμε ότι η δεύτερη φάση της κοινωνικής επανάστασης θα αρχίσει πολύ γρηγορότερα μετά την έναρξη του πολέμου από όσο η πρώτη (1914-17).
Η 4η Διεθνής θα συγκεντρώσει κάτω από τις σημαίες της τους λιγοστούς στην αρχή προλεταριακούς διεθνιστές, θα αντισταθεί στο ρεύμα του εθνικιστικού φανατισμού ξεσκεπάζοντας με ιδεολογική αδιαλλαξία τη σταλινική και σοσιαλδημοκρατική προδοσία και τις κεντριστικές ταλαντεύσεις, θα οργανώσει μέσα στη δύσκολη πάλη το διαλεχτό τμήμα του παγκόσμιου προλεταριάτου κ’ έτσι στην κατάλληλη στιγμή πού οί κατα-βασανισμένες μάζες από την ίδια τους την πείρα πάλι θα ζητήσουνε με το όπλο στο χέρι τους υπαίτιους της νέας καταστροφής, η 4η Διεθνής θα είναι προετοιμασμένη για να μπει επικεφαλής του μαζικού κινήματος για τη συμπλήρωση του έργου της παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης που άρχισε με την Οχτωβριανή και που θα θέσει τέρμα στην κυριαρχία του κεφαλαίου και των πολέμων στην Ευρώπη καί στον κόσμο. Έτσι και του ιδρυόμενου κομμουνιστικού διεθνιστικού κόμματος στην Ελλάδα πρώτιστο καθήκον σήμερα είναι να καθορίσει με σαφήνεια την θέση των κομμουνιστών και του επαναστατικού προλεταριάτου της χώρας απέναντι στο νέον ιμπεριαλιστικό πόλεμο: τώρα που ετοιμάζεται, αύριο όταν ξεσπάσει, και στη διάρκεια του. Και οφείλει να πάρει από τώρα τα αναγκαία μέτρα για την πραχτική εφαρμογή των σχετικών αποφάσεων.
Γεωγραφική θέση της χώρας, οικονομικοί δεσμοί μακρόχρονοι και οί ιστορικές περιπέτειες στο σχηματισμό καί την ανάπτυξη της έλληνικής μπουρζουαζίας και του κράτους της έκαναν ως τώρα γενικά την εξωτερική της πολιτική εξάρτημα του Λονδίνου και του Παρισιού, και τη μικρή καπιταλιστική Ελλάδα ένα χωροφύλακα των δυο μεγάλων ιμπεριαλιστικών Δυνάμεων της Δύσης στα πρόθυρα της Ανατολικής Μεσογείου και στα Βαλκάνια. Γνήσιος εκπρόσωπος της πολιτικής αυτής είναι στο σημερινό καθεστώς της βασιλικής διχτατορίας από το 1936 ο ίδιος ο βασιλιάς Γεώργιος. Ξαναπήρε το θρόνο του όχι με το καλποδημοψήφισμα του 1935 παρά με συμφωνία αγγλικής κυβέρνησης και Βενιζέλου, του αρχηγού του μεγαλύτερου ως τότε δημοκρατικού κόμματος.
Πριν από την τελευταία Αλβανική κρίση ο στρατηγός Μεταξάς ακολουθούσε μια αμφίβολη εξωτερική πολιτική ευνοϊκής για τον Άξονα ουδετερότητας, ιδίως απέναντι στη Γερμανία (παράδειγμα η εμπορική πολιτική της κυβέρνησης Μεταξά που με το σύστημα των γερμανοελληνικών ανταλλαγών εκτόπισε στο μεγαλύτερο μέρος το αγγλογαλλικό εμπόριο) και καιροσκοπικής φιλοφροσύνης απέναντι στις δημοκρατικές Δυνάμεις. Μετά τα γεγονότα της Αλβανίας την άνοιξη του 1939 και ιδίως μετά την αγγλοτουρκική πολεμική συμφωνία ο στρατηγός Μεταξάς αναγκάστηκε να δεχθεί να υπηρετήσει την ανεπιφύλαχτα αγγλόδουλη πολιτική του βασιλιά για να μείνει στην εξουσία. Φαίνεται ότι η δυσπιστία των πολιτικών κύκλων της Αγγλίας και Γαλλίας προς τον παλιό φίλο του καϊζερισμού και καινούργιο φίλο του χιτλερισμού Μεταξά δεν έχει σβήσει. Ωστόσο η σχετικώς μακρά εξαφάνιση των κοινοβουλευτικών -κομμάτων από την πολιτική σκηνή και η απουσία κάθε πολιτικής δραστηριότητας τους έκαναν την αγγλογαλλική διπλωματία δισταχτική σε αποφασιστικές επεμβάσεις για το σχηματισμό μιας κυβέρνησης στην Αθήνα που να εμπνέει απόλυτη εμπιστοσύνη στις δυτικές δημοκρατίες. Μια τέτοια επέμβαση όμως δε θα ‘πρεπε ν’ αποκλειστεί αν ξεσπούσε ο πόλεμος ή ακόμα αν η ένταση στην Ανατολική Μεσόγειο η στα Βαλκάνια χειροτέρευε πιο απειλητικά.
Ανεξάρτητα όμως απ’ αυτό, σε περίπτωση πολεμικής κρίσης, μια κυβερνητική μεταβολή με το σχηματισμό κυβέρνησης πολιτικής ή πολιτικοστρατιωτικής εθνικού συνασπισμού όλων των πολιτικών μερίδων, κυβέρνησης πολέμου, θα επιβαλλότανε πιο επιταχτικά στη συνείδηση της ντόπιας μπουρζουαζίας από τα γενικά ταξικά της συμφέροντα. Η μεγάλη μπουρζουαζία στη χώρα, ενώ έχει κάθε λόγο να είναι ευχαριστημένη από την κυβέρνηση Μεταξά για την κατάπνιξη του εργατικού κινήματος και για την προσπάθεια της συστηματικής εθνικιστικής διαπαιδαγώγησης της νεολαίας, διατηρεί ωστόσο αμείωτες τις παλιές της ανησυχίες για το χειρισμό της εξωτερικής της πολιτικής από το Μεταξά σε περίπτωση ενός πολέμου. Από την άλλη μεριά βλέπει ότι θα είτανε πολύ δύσκολο για την επιτυχή διεξαγωγή του πολέμου να δημιουργηθεί μια ατμόσφαιρα «εθνικής ενότητας» και ενθουσιασμού πολεμικού μέσα στις μάζες, δίχως δική της πολιτική μαζική οργάνωση, δίχως αξιόλογο πολιτικό επιτελείο, δοκιμασμένο, όπως είναι η σημερινή και —που ‘ναι σπουδαιότατο σήμερα— δίχως το πιο μορφωμένο και εμπειροπόλεμο τμήμα του σώματος των αξιωματικών, που είναι έξω από το στρατό συνδεμένοι με τα κοινοβουλευτικά κόμματα.
H Αυλή θα επιδίωκε σε μια τέτοια περίπτωση, όπως και στις ημέρες της άμεσης πολεμικής απειλής εξαιτίας του αλβανικού τον περασμένο Απρίλη, μια συνεργασία των κομμάτων με το Μεταξά.
Όποια όμως κι αν γίνει από τις παραπάνω ενδεχόμενες κυβερνητικές μεταβολές δε θα άλλαζε μ’ αυτήν ουσιωδώς το συγκεντρωτικό καθεστώς της αστυνομικής και στρατιωτικής καταπίεσης πάνω στους εργαζομένους άλλα μόνο θα ζητούσε να το σκεπάσει για να τραβήξει ευκολότερα τίς μάζες στον πόλεμο.
Στην Προλεταριακή πρωτοπορία καθήκοντα ξεχωριστά θα βάλει η σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό αναζωογόνηση της πολιτικής δραατηριότητας των μαζών που θα συνόδευε το συνδυασμό μιας πολεμικής κρίσης με μια κρίση της κυβέρνησης Μεταξά. Οι κομμουνιστές οφείλουν τότε να συνδέσουνε στενά τη γενική ζύμωση τους κατά του πολέμου (βλέπε πιο κάτω) με την πάλη κατά της Διχτατορίας που οδηγεί τις εργαζόμενες μάζες σε νέες πολεμικές καταστροφές χειρότερες από τη μικρασιατική, για να υπηρετήσει τα συμφέροντα των ντόπιων και ξένων ιμπεριαλιστών.
Την πολιτική της ουδετερότητας και των καιροσκοπικών ελιγμών ανάμεσα στους δύο ευρωπαϊκούς άξονες ο στρατηγός Μεταξάς ζήτησε να τη στηρίξει στο κατασκεύασμα της λεγόμενης Βαλκανικής Συνεννόησης. Το βουλγαροσερβικό όμως σύμφωνο «αιώνιας φιλίας» (παραίτηση της Βουλγαρίας από τις διεκδικήσεις της στη σερβική Μακεδονία με αντάλλαγμα την υποστήριξη της βουλγαρικής εξόδου στο Αιγαίο), μετά την κατάληψη της Αλβανίας από τον ιταλικό φασισμό η τουρκοαγγλική συμφωνία και η μεγαλύτερη προσέγγιση της Γιουγκοσλαβίας στις Δυνάμεις του Άξονα, ενώ παράλληλα Ελλάδα και Ρουμανία τραβιόνταν οριστικά στον αγγλογαλλικό συνασπισμό («εγγύηση»